Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Ποιος φοβάται τον νταή



Του Πέτρου Αργυρίου

(περισσότερα για το συγγραφέα και το έργο στο http://agriazwa.blogspot.com/)


Τις παλιές καλές μέρες, πριν έρθουν τα όπλα στα σχολεία, κάθε σχολείο είχε τον νταή του.
Εκείνος θα έκλεβε τις τυρόπιτες, τη σοκολάτα, το χαρτζιλίκι των παιδιών που είχε βάλει στο μάτι.
Και αν δεν έβλεπε αντίσταση από την αρχή, θα το έκανε εξακολουθητικά. Στην τάξη επικρατούσε ομερτά, με το φόβο ότι αν τα παιδιά μιλούσαν, θα δεχόντουσαν αντίποινα.

Κάποια μέρα, η κατάσταση θα έφτανε στο απροχώρητο. Τα παιδιά-θύματα, αντιμέτωπα καθημερινά με την απόγνωση και το φόβο και ενίοτε και το ξύλο καταλάβαιναν ότι δεν πήγαινε άλλο: ή θα αντιμετώπιζαν τον νταή με τον κίνδυνο να φάνε της χρονιάς τους ή θα έχαναν την αξιοπρέπεια τους για πάντα και θα προχωρούσαν σκυφτοί στη ζωή έχοντας πάντα το φόβο του νταή για πάντα χαραγμένο στην ψυχή τους.

Για τα παιδιά που θα διάλεγαν να σταθούν στο ύψος τους, όποιο και αν ήταν αυτό, 110, 120,130 cm, δεν είχε σημασία ποια θα ήταν η επόμενη πρόκληση του νταή. Όπως και ο νταής, ψάχναν για αφορμή. Δεν είχε καμιά απολύτως σημασία αν αυτό που θα τους έκανε ο νταής ήταν χειρότερο από αυτά που τους είχε ήδη κάνει. Ήταν έτοιμα να ξεσπάσουν.

Έτσι και η ελληνική κοινωνία σήμερα. Είναι έτοιμη να ξεσπάσει απέναντι στον νταή της που για τόσο καιρό της κλέβει συντάξεις, της παίρνει τους μισθούς, της έχει βουλιάξει στην ανεργεία, την ανέχεια και το διαρκή φόβο, τους κρατά στην ανασφάλεια για να τους οδηγήσει στην απόγνωση, τους στερεί το μέλλον και την αξιοπρέπεια τους, τους δέρνει στις πορείες. Μέχρι και χημικά από το Ισαρήλ τους ρίχνει. Και το κάνει εξακολουθητικά.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Κοντα στο ποτάμι

Επειδή δεν υπάρχουν πουθενά στο ιντερνετ οι πλήρης στίχοι αυτού του πολύ ωραίου κομματιού ένιωσα την ανάγκη να το βάλω εδώ. Είχα την τύχη να το μάθω στη χορωδία του δημοτικού.

Κοντα στο ποτάμι

Ανώνυμου , εκδοση του 1530 (!!)
Ελεύθεροι στίχοι: Σταθης Χατζηιωαννίδης

Τραγουδώντας τη χαρά,
με γλυκογάργαρα ασημωμένα νερά,
το ποτάμι ξεκινά στα ψηλά βουνά

Αργοσέρνεται γλυστρά,
πα σε νερόχορτα που κρυφοζούν τρυφερά,
πλημμυρίζοντας δροσιές των πουλιών φτερά

Ρεφραίν
Τ' άστρα τις νυχτιές τις καλαμιές χρυσοφωτίζουνε
δίνοντας φτερα στις ονειροπνοές
Λούλουδα μικρά, που ονειρεύτηκαν τη θάλασσα
πέφτους μιαν αυγή στα θολά νερά

Αχνοσβήνουν τα βουνά,
σαν δαντελοπλεγμένη καταχνιά θολερή
και βουρκώνει η ματιά που δεν θα τα βρει
τ' ασημόνερα κυλούν
και το κελάρισμα γλυκομιλά στις καρδιές
που τη μοναξιά ζητούν, τις ψυχρές βραδιές

Ρεφραίν