Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Καταστροφή στην Ayandel

Ήταν μια πόλη που κανείς δεν ήξερε το όνομά της. Μόνο κάτι ψύθιροι μέσα μας μάς το υπέβαλαν αλλά κανείς δεν τολμούσε να το ψελλίσει. Ήταν παραθαλάσια πόλη αλλά το κέντρο της απείχει απο την ακτή κανα δυό χιλιόμετρα. Η αμμουδερή παραλία έμοιαζε τελείως παρθένα και ανέγγιχτη, με τη λεπτή χρυσή της άμμο να λαμπυρίζει κάτω το ανακριτικό φως του ηλίου. Τίποτα άλλο δεν ενοχλόυσε τη χρυσή τελειότητα της ύπαρξης της, καμιά ανθρώπινη παρέμβαση. Το χρυσό και το γαλάζιο έκαναν παθιασμένο ξεδιάντροπο έρωτα ύπο τον ερεθισμό των ματιών που κοιτάνε. Και από κει, από εκείνο τον παράδεισο , υψώνονταν δυο χιλιόμετρα μακριά τα τείχη της πόλης. Δεν ήταν τείχη συνηθισμένα, απο πέτρα και ατσάλι, παρά μόνο άμμο. Ήταν μια σκούρη άμμος, που είχε την σκληράδα της πέτρας και την κομψότητα της παραλίας, καθώς τα λεία τοιχώματά της σε έκαναν να σκεφτείς πως άμα την αγγίξεις, το χέρι σου θα γλιστρούσε σχεδόν πάνω της. Καθώς το ύψος του τοιχώματος εκτεινόταν σε περίπου 50 μέτρα, δεν μπορούσες να διακρίνεις την πόλη από πίσω. Το βάθος του ήταν επίσης γύρω στα 50 μέτρα.

Είχαμε μόλις αποβιβαστεί στην ακτή, εγώ και δύο εμπιστοί μου και θαυμάζαμε την απεραντοσύνη αυτού του ποικίλου τόπου. Ήμουν ντυμένη στα κατάλευκα για να ανακλούνται οι ακτίνες του ηλίου, γιατί βλέπετε είχε πολύ ζέστη. Πλησιάσαμε το τοίχος, και σαν να είχαμε την εντύπωση πως οι πατημασιές μας δεν αποτυπώνοντας σε αυτήν την τέλεια ακτή, πως σβήνονταν στο διάβα μας για λόγους αισθητικούς. Μόλις φτάσαμε στο τοίχος, αρχίσαμε να το παρατηρουμε , με έναν απο τους φίλους μου να το αναλύει εξωνυχιστικά. Εδώ πρέπει να σας πω για τη σκιά που υπήρχε. Μια μαυρίλα, μια κατοστροφολογία για κάτι τραγικό που ίσως συμβεί, που αφορούσε άμεσα αυτή την πόλη, φενόταν να απλώνεται νωχελικά. Δεν ένιωθα ότι με άγγιζε, αλλά o φίλος μου που εξέταζε εξωνυχιστικά το τοίχος είχε άλλη άποψη. Το τοίχος εκτεινόταν σε κάτι χιλιόμετρα περιμετρικά της πόλης, έτσι μας οδήγησε κάτω από τον καυτό ήλιο σε ένα σημείο. Εκεί το τοίχος είχε ένα κάθετο κόψιμο, που διαπερνούσε όλο το τοίχος και κατά ύψος και κατά πλάτος. Σαν να είχε πάρει κάποιος ένα μαχαίρι και τράβηξε 2 τεράστιες γραμμές και ύστερα πήρε το κομμάτι ανάμεσα που περίσσευε. Έμεινα έκπληκτή που δεν γνώριζα το κομμάτι αυτού του τοίχους και τον κοίταξα με απορημένο βλέμμα. Μπορούσες απο το στενό άνοιγμα να δεις και την απέναντι πλευρά. Παρόλ' αυτά το άνοιγμα ήταν πολύ στενό και με δυσκολία μπορούσες να περάσεις στην άλλη μεριά. Ο φίλος μου πήρε σύντομα το ύφος διανοούμενου και άρχισε να μας εξηγεί πως σε αυτό το σημείο το τοίχος ήταν πιο σκληρός από κάθε άλλο και γι' αυτό η αξιοπιστία του το καθιστούσε ιδανικό για καταστάσεις απόδρασης ή και μεταφοράς σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών κτλ. Μου τα τόνιζε με ιδιαίτερο στόμφο όλα αυτά παρόλο που δεν κατανοούσα τη σημαντικότητά τους τη δεδομένη στιγμή.

Και πάνω απο το τοίχος στεκόταν αυτό. Το ταβάνι που αρχιζε και πήγαζε από την πόλη και έφτανε σχεδόν μέχρι την παραλία. Οι πέτρινοι τεράστιοι σταλαγμίτες ξαπλωμένοι οριζόντια, όπως φένονταν σε μένα. Αιωρούνταν πάνω από την πόλη και το τοίχος , όμως από πάνω δεν είχαν κανένα στήριγμα, παρά μόνο από τα πλάγια, από κει δηλαδή που ξεκινούσαν, γι' αυτό πάντα απορούσα, πως γίνεται τόσο τεράστιο βάρος να στηρίζεται τόσο μακριά από το κέντρο βάρος τους. Εκτός από αυτά ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, ήταν σαν να έκλεινε τον ουρανό. Όμως δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία και συνεχίσαμε με τους φίλους μου να αγναντεύουμε τον ορίζοντα και να σουλατσάρουμε κάνοντας φιλοσοφικές συζητήσεις.

Όταν έφυγαν οι φίλοι μου έκανα βόλτα στα στενοσόκακα της πόλης, εκεί στα υψώματα που βλέπουν κατευθείαν τη θάλασσα. Τα σοκάκια είχαν εναν αέρα νησιώτικο και βασιλικό μαζί, χρώμα άσπρο, φτωχό και χρυσό, βασιλικό. Άρωμα ανατολής και πόλης που ταξίδευε στα ουράνια, κι όμως έγλειφε και τη θάλασσα στα κρυφά. Και η σκιά να μεγαλώνει. Η φήμη να πιάνει τόπο. Εκεί που αγνάντευα το πέλαγος και ανακάτευα τις μυρουδιές, η γης σείστηκε. Ήξερα πως το το τοίχος θα γκρεμιζόταν και πως οι σταλαγμίτες θα έπεφταν να μας πλακώσουν. Και τότε θυμήθηκα το σκληρό σημείο στο τοίχος που μου εξηγούσε ο φίλος μου λίγες ώρες πριν και αποφάσισα να το ριψοκινδυνέψω ώστε να καταφέρω να σώσω την οικογένειά μου που ήταν εκτός πόλης εκείνη τη στιγμή. Ενώ γινόταν παντού πανικός, η πόλη έτρεμε συθέμελα, οι κάτοικοι έτρεχαν απελπισμένοι, βγήκα με γρηγοράδα από την πόλη να βρω τους δικούς μου. Δεν άργησα να τους βρω τρομοκρατημένους σε μια γωνιά της χρυσής παραλίας. Τους είπα για το μυστικό μου σχέδιο και με ακολούθησαν με φόβο αλλά και εμπιστοσύνη. Πλησιάσαμε το άνοιγμα και ήταν όντως ακέραιο, έτσι το διαπεράσαμε. Καταφέραμε να μπούμε στην πόλη με ασφάλεια, παρόλο που το τοίχος από πάνω είχε ολοσδιόλου γκρεμιστεί και η επαφή μας με τη θάλασσα τελείως αποκοπεί. Γλιτώσαμε τον εγκλωβισμό στον υπόλοιπο κόσμο, και νιώσαμε ελεύθεροι στη ολόδικιά μας πόλη!